Ευκαιρίες
Οι καταναλωτές λαμβάνουν υποσχέσεις ότι θα έχουν περισσότερες επιλογές, χαμηλότερες τιμές και καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών. Αλλά, για να γίνουν όλα αυτά πραγματικότητα χρειαζόμαστε ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταναλωτών και φυσικά, καλά ενημερωμένους και εκπαιδευμένους καταναλωτές, οι οποίοι θα είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν και να χειριστούν σωστά και προς όφελος τους τις νέες τάσεις της αγοράς.

Κίνδυνοι
Όταν οι υπηρεσίες γενικού – κοινωνικού ενδιαφέροντος παρέχονταν, από μονοπωλιακές εταιρίες ιδιοκτησίας δημοσίου ή κρατικά ελεγχόμενες εταιρίες, οι καταναλωτές είχαν λιγότερες επιλογές. Υπήρχε μόνον ένας προμηθευτής, μια ποιότητα, μια τιμή. Κάποιος άλλος αποφάσιζε, για αυτούς. Ακόμη και όταν έπρεπε να πληρώνουν, για υπηρεσίες κακής ποιότητας, οι καταναλωτές δεν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν πολλά πράγματα, για να βελτιώσουν αυτή την κατάσταση. Τώρα όταν ένας τομέας αυτών των υπηρεσιών, απελευθερώνεται, οι καταναλωτές πρέπει να συμπεριφερθούν, διαφορετικά. Πρέπει να ψάξουν την αγορά, να ερευνήσουν, να πληροφορηθούν για τους διάφορους προμηθευτές, για τις διαφορετικές τιμές, για τις δυνατότητες πρόσβασης, για τυχόν γεωγραφικούς και οικονομικούς περιορισμούς, για την ποιότητα, για τους όρους των συμβολαίων, για την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, έτσι ώστε να γίνουν ικανοί να συγκρίνουν παρόμοιες υπηρεσίες και να λάβουν αποφάσεις, κάνοντας επιλογές, που θα είναι περισσότερο ωφέλιμες, για αυτούς. Αυτό αποτελεί μια νέα δυσκολία. Η αλλαγή της συμπεριφοράς απαιτεί χρόνο, εκπαίδευση, εξάσκηση. Η έρευνα της αγοράς είναι μια χρονοβόρα διαδικασία και πολλοί καταναλωτές δεν είναι πρόθυμοι να αναλάβουν τέτοιες πρωτοβουλίες, από τη στιγμή, που δεν μπορούν να δουν ξεκάθαρο κέρδος, γι’αυτούς, αμέσως μετά την απελευθέρωση ενός τομέα της αγοράς των υπηρεσιών γενικού – κοινωνικού ενδιαφέροντος. Πολλές από τις υπηρεσίες γενικού – κοινωνικού ενδιαφέροντος εμπεριέχουν στοιχεία «φυσικού μονοπωλίου». Εάν δεν υπάρχει κατάλληλη νομοθεσία, ή εάν η υπάρχουσα νομοθεσία δεν εφαρμόζεται, κατάλληλα, στην πράξη, μια επιχείρηση, ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η οποία αποτελεί μονοπώλιο μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη πρόσβαση, στις υποδομές ή/και να εμποδίσει τη λειτουργία όλου του τομέα, μέσω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι αν απουσιάζει ο υγιής ανταγωνισμός, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων να συμφωνήσουν μεταξύ τους και να ακολουθήσουν εναρμονισμένες εμπορικές πρακτικές. Αυτό έχει αρνητικά αποτελέσματα στην προσβασιμότητα, στις τιμές, στην ποιότητα. Ακόμη, όμως, και στους τομείς, όπου ο ανταγωνισμός εισάγεται, πιο εύκολα, δεν είναι βέβαιο ότι οι μεμονωμένοι καταναλωτές θα καρπωθούν όλα τα θετικά οφέλη, όταν επιτυγχάνεται η απελευθέρωση της αγοράς. Για παράδειγμα, οι μειώσεις των τιμών, λόγω ανταγωνισμού, μπορεί να μη φτάσουν, στους καταναλωτές. Αυτό συνέβη, στις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, όπου η μείωση των τιμών των διεθνών συνδιαλέξεων της κινητής τηλεφωνίας δεν είχε αποτελέσματα, σε όλους τους καταναλωτές (δεν κάνουμε όλοι διεθνείς κλήσεις), γιατί η μείωση αυτή δεν ακολουθήθηκε από αντίστοιχη μείωση των τιμών της σταθερής τηλεφωνίας και των εθνικών κλήσεων.
Παράλληλα, μεγαλύτερος αριθμός προμηθευτών δε σημαίνει, αυτόματα, μεγαλύτερο αριθμό υπηρεσιών, που προσφέρονται, στους καταναλωτές. Αυτό οφείλεται, είτε στο γεγονός ότι κάποιες υπηρεσίες γενικού – κοινωνικού ενδιαφέροντος δεν είναι δυνατόν να λάβουν άλλες μορφές (π.χ. το νερό είναι πάντοτε νερό), είτε στο ότι κάποιοι πάροχοι κάνουν, μεταξύ τους, κρυφές συμφωνίες και εφαρμόζουν εναρμονισμένες, αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, στρεβλώνοντας έτσι την αγορά και βλάπτοντας τους καταναλωτές.
Η απελευθέρωση υποστηρίζει τη στενή σύνδεση των τελικών τιμών, που ο καταναλωτής πληρώνει, με το πραγματικό κόστος αυτών των υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ευρύτερες και περισσότερες επιλογές και χαμηλότερες τιμές, για κάποιες ομάδες καταναλωτών. Από την άλλη πλευρά, άλλες ομάδες μπορεί να καταδικαστούν, σε αποκλεισμό, από το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, λόγω υψηλών τιμών. Για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε το πακέτο «Αλτμαρκ», το 2005.