Για να καταλήξουμε, στην πιο συμφέρουσα, από οικονομική άποψη προσφορά, δεν αρκεί να συγκρίνουμε τις τιμές, που δίνουν οι εταιρείες, ανά λεπτό κλήσης, στα τιμολόγια τους.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι δε συμφέρει πάντα τι φθηνότερο τέλος διάρκειας. Η εταιρεία Α χρεώνει 0,024 ευρώ το λεπτό, ενώ η εταιρεία Β χρεώνει 0,026 ευρώ το λεπτό (και οι δύο εταιρείες υπολογίζουν τη χρέωση με βάση το δευτερόλεπτο).Φαίνεται δηλαδή ότι η εταιρεία Α είναι φθηνότερη. Όμως, η εταιρεία Α έχει χρόνο ελάχιστης χρέωσης 60 δευτερόλεπτα και τέλος αποκατάστασης 0,005 ευρώ, ενώ η εταιρεία Β έχει χρόνο ελάχιστης χρέωσης 30 δευτερόλεπτα και δε χρεώνει τέλος αποκατάστασης. Για κλήσεις 30 δευτερολέπτων η εταιρεία Α χρεώνει 0,029 ευρώ και η Β 0,013 ευρώ. Για κλήσεις 60 δευτερολέπτων, η Α χρεώνει 0,029 και η Β 0,026. Για κλήσεις 90 δευτερολέπτων η Α χρεώνει 0,041 ευρώ και η Β 0,039.Για κλήσεις 150 δευτερολέπτων και οι δύο εταιρείες χρεώνουν 0,065 ευρώ. Για κλήσεις 180 δευτερολέπτων, η Α χρεώνει 0,077 ευρώ και η Β 0,078 ευρώ. Επομένως, αν οι κλήσεις είναι διάρκειας πάνω από 2,5 λεπτά η Β εταιρεία είναι φθηνότερη. Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα:
Δύο εταιρείες χρεώνουν 0,024 ευρώ το λεπτό, με χρόνο ελάχιστης χρέωσης 60 δευτερόλεπτα και τέλος αποκατάστασης 0,005 ευρώ. Η εταιρεία Α ακολουθεί το σύστημα των δευτερολέπτων, ενώ η εταιρεία Β μετρά τη διάρκεια, με μονάδες του ενός λεπτού.
Αν υπολογίσουμε το κόστος των κλήσεων, για διάρκεια ενός λεπτού, δύο ή τριών λεπτών κ.λπ. (δηλαδή για κλήσεις; πολλαπλάσιες της ακέραιας μονάδας), τότε οι τιμές των δύο εταιρειών είναι ακριβώς ίδιες. Για κλήσεις, όμως, διάρκειας ενός λεπτού και λίγων δευτερολέπτων, ή δύο λεπτών και κάτι, ή τριών λεπτών και κάτι κ.λπ., η χρέωση, με τις μονάδες, είναι ακριβότερη.