Πληθωρισμός είναι η γενική αύξηση του επιπέδου των τιμών μιας οικονομίας, μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πληθωρισμός είναι η «κίνηση των τιμών». Δεν υφίσταται, όταν οι τιμές σταθεροποιηθούν, ανεξαρτήτως, αν είναι υψηλές ή όχι.
Πληθωρισμός είναι η γενική αύξηση του επιπέδου των τιμών μιας οικονομίας, μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πληθωρισμός είναι η «κίνηση των τιμών». Δεν υφίσταται, όταν οι τιμές σταθεροποιηθούν, ανεξαρτήτως, αν είναι υψηλές ή όχι.

Το χρήμα χάνει την αξία του, όταν υπάρχει πληθωρισμός. Εάν ένα γάλα στοίχιζε πέρσι 1 ευρώ το λίτρο και σήμερα το ίδιο γάλα στοιχίζει 1,5 ευρώ το λίτρο, αυτή η αύξηση της τιμής του γάλακτος, κατά 50%, συμμετέχει, στη διαμόρφωση του πληθωρισμού.
Η σταθερότητα των τιμών, η οποία αντιστοιχεί το πολύ σε 2% πληθωρισμό, για ένα χρόνο, βοηθάει την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση.
Πώς διαμορφώνονται οι τιμές
Πριν δυο δεκαετίες περίπου, τα εθνικά κράτη με άμεσες παρεμβάσεις, ρύθμιζαν τη λειτουργία της αγοράς, ορίζοντας ανώτερα - κατώτερα όρια τιμών προϊόντων και υπηρεσιών, τονώνοντας τη ζήτηση αγαθών και, αποτρέποντας, ως ένα βαθμό, τις κοινωνικές αναταραχές και τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.
Τα τελευταία χρόνια, η αγορά έχει μετατραπεί, από ελεγχόμενη, από το κράτος, σε ελεύθερη αγορά, που ρυθμίζεται, κυρίως, από τον ανταγωνισμό.
Η ελεύθερη αγορά δημιουργεί νέα, συνεχώς μεταβαλλόμενα δεδομένα, τα οποία δημιουργούν, με τη σειρά τους, νέες ευθύνες για Κράτη, Προμηθευτές, Καταναλωτές.
Οι σχέσεις Παραγωγών – Προμηθευτών και Καταναλωτών, δηλαδή ουσιαστικά η λειτουργία της αγοράς, πρέπει να ρυθμίζονται από ένα θεσμικό πλαίσιο. Το θεσμικό πλαίσιο είναι η Νομοθεσία, που διέπει τη λειτουργία της αγοράς. Αποφασίζεται από τους φορείς, οι οποίοι νομοθετούν ή προτείνουν το θεσμικό πλαίσιο, για την ορθότερη λειτουργία της αγοράς, σε:
Οι τιμές, λοιπόν, για τα περισσότερα αγαθά, στην ελεύθερη αγορά είναι αποτέλεσμα της προσφοράς και της ζήτησης. Όταν η ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών είναι υψηλότερη από την προσφορά, τότε είναι φυσικό να υπάρχει αύξηση τιμών. Π.χ. Αν η παραγωγή ελιάς καταστραφεί, ένα χειμώνα, από κακοκαιρία, λόγω του ότι οι ελαιοπαραγωγοί θα πουλήσουν μικρότερες ποσότητες ελιάς, στην αγορά, η τιμή του λαδιού είναι φυσικό να αυξηθεί.
Οι τιμές των αγαθών καθορίζονται με βάση το κόστος παραγωγής και το περιθώριο κέρδους. Το κόστος περιλαμβάνει:
Στα παραπάνω, ο παραγωγός προσθέτει ένα ποσοστό, που αντιστοιχεί, στο κέρδος, που αυτός έχει αποφασίσει (εκτός από τις περιπτώσεις, που το περιθώριο κέρδους υπόκειται σε νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως αγορανομικές διατάξεις. Έτσι, διαμορφώνεται η τιμή παραγωγού.
Στη συνέχεια, για να φτάσουν τα αγαθά, από τον τόπο παραγωγής τους, στον καταναλωτή, χρειάζονται ένας ή περισσότεροι έμποροι ή μεσάζοντες. Αυτοί είναι οι χοντρέμποροι ή λιανέμποροι. Στην τιμή παραγωγού, αυτοί προσθέτουν το δικό τους, που μπορεί να είναι κόστος μεταφοράς ή κόστος διαμονής και φυσικά το περιθώριο κέρδους τους. Έτσι, διαμορφώνεται η τελική τιμή ενός αγαθού, η λεγόμενη τιμή καταναλωτή.
Αυτά, βέβαια, συμβαίνουν, σε αγορές, όπου λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός. Σε αγορές, όπου υπάρχουν μονοπώλια (π.χ. Δ.Ε.Η.), ολιγοπώλια (π.χ. αγορά αναψυκτικών, όπου κυριαρχούν δύο εταιρίες μεγαθήρια), εναρμονισμένες πρακτικές (π.χ. όλες οι γαλακτοβιομηχανίες αυξάνουν ταυτόχρονα τις τιμές του γάλακτος), δε λειτουργεί η σχέση προσφορά – ζήτηση, υπάρχουν σημαντικές στρεβλώσεις και οι καταναλωτές πληρώνουν πολύ υψηλές τιμές. Μια άλλη αιτία αύξησης των τιμών των προϊόντων αποτελούν οι αυξήσεις, στις πρώτες ύλες ή στις υπηρεσίες. Π.χ. Αν αυξηθεί η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος είναι λογικό να αυξηθεί και η τιμή του ψωμιού. Όμως, αυτή η αύξηση πρέπει, φυσιολογικά, να είναι αντίστοιχη, με το κατά πόσο συμμετέχει το ηλεκτρικό ρεύμα, στη συνδιαμόρφωση της τελικής τιμής του ψωμιού. Συνήθως, όμως, σε αγορά όπου ο ανταγωνισμός δε λειτουργεί, σωστά, η αύξηση της τιμής του ρεύματος αποτελεί άλλοθι, για πολύ μεγάλες αυξήσεις τιμών.
Πως μετριέται ο πληθωρισμός
Σε μια οικονομία, όταν μετράμε τον πληθωρισμό, στην ουσία, μελετάμε την ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου των τιμών, όχι για το σύνολο των αγαθών ή υπηρεσιών που καταναλώνονται, αλλά για κάποια συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες, το σύνολο των οποίων, συνήθως, ονομάζεται "καλάθι της νοικοκυράς" ή «καλάθι του καταναλωτή».
Για να μετρηθεί ο πληθωρισμός, λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό μεταβολής του επιπέδου τιμών, κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου.
Πρέπει να φανταστούμε το καλάθι της νοικοκυράς, ως ένα κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών, που μια μέση οικογένεια αγοράζει τακτικά. Το περιεχόμενο του καλαθιού είναι το ίδιο, σε όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί, όμως, να διαφέρει το ποσοστό, κατά το οποίο συμμετέχει ένα προϊόν ή μια υπηρεσία στο καλάθι. Π.χ. το ψωμί συμμετέχει στο ελληνικό καλάθι με υψηλότερο ποσοστό, από ό,τι στο καλάθι ενός βορειοευρωπαίου. Όλα τα κράτη χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο, για να υπολογίσουν το λεγόμενο δείκτη τιμών καταναλωτή, δηλαδή το συνολικό ποσοστό αύξησης, που αντιστοιχεί, σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, που διαμορφώνουν το καλάθι της νοικοκυράς. Κάθε μήνα, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, διενεργεί τιμοληψία, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, που περιλαμβάνονται, στο καλάθι της νοικοκυράς, συγκρίνει τις τιμές, με τις αντίστοιχες του προηγούμενου μήνα και ανακοινώνει το δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος δείχνει αν οι τιμές ανέβηκαν ή έπεσαν και κατά πόσο. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή είναι πολύ σημαντικός, για τη διαμόρφωση των αυξήσεων των μισθών, των συντάξεων, των ημερομισθίων, των αμοιβών επαγγελματιών, των ενοικίων κ.λπ.
Ποιοι επηρεάζονται από τον πληθωρισμό
Καταναλωτές: Είναι δυσκολότερο να συγκρίνουν τιμές, όταν αυτές αλλάζουν συχνά, για ομοειδή προϊόντα και υπηρεσίες και να κάνουν πληροφορημένες επιλογές.
Παραγωγοί: Είναι δυσκολότερο, όταν υπάρχει υψηλός πληθωρισμός, να σχεδιάσουν τις επενδύσεις τους, να διαμορφώσουν τις τιμές των προϊόντων, να υπολογίσουν τα κέρδη τους. Ο πληθωρισμός μειώνει το κέρδος.
Καταθέτες: Οι καταθέσεις χάνουν την αξία τους, όταν υπάρχει υψηλός πληθωρισμός.
Δανειολήπτες: Οι δανειολήπτες είναι, ίσως, οι μόνοι, που ωφελούνται από τον πληθωρισμό. Βέβαια, ωφελούνται, αυτοί, που έχουν δανειστεί με σταθερά επιτόκια. Έχουμε, λοιπόν, δανειστεί, για να αγοράσουμε ένα σπίτι και πληρώνουμε το μήνα π.χ. 500 ευρώ δόση. Αυτό το ποσό αντιστοιχεί στο 25% του οικογενειακού μας εισοδήματος, που είναι 2.000 το μήνα. Αν ο πληθωρισμός είναι στο 16%, την επόμενη χρονιά, το εισόδημά μας θα είναι, συνήθως, 2.200 ευρώ. Άρα η δόση μας των 500 ευρώ, θα αντιστοιχεί με ποσοστό 22,73% του εισοδήματός μας.
Περισσότερες πληροφορίες: