Logo de la plateforme dolceta

Χρηματοοικονομικά προϊόντα

Χρήμα

Χρήμα είναι οποιοδήποτε εμπορεύσιμο προϊόν ή υπηρεσία, που χρησιμοποιείται, από μια κοινωνία, ως υποκατάστατο αξίας, ως μέσο ανταλλαγής, ως μονάδα υπολογισμού. Οι κοινωνίες δημιουργούν ένα συναλλακτικό μέσο, όταν δε διαθέτουν κάτι ανάλογο. Σε άλλες περιπτώσεις, μια κεντρική αρχή δημιουργεί ένα συναλλακτικό μέσο. Αυτό γίνεται, στις σύγχρονες κοινωνίες, με τα χαρτονομίσματα.

Το Χρήμα:

  1. Αποτελεί ένα γενικά αποδεκτό μέσο συναλλαγών ή ανταλλαγής.
  2. Είναι μέτρο υπολογισμού των οικονομικών αξιών.
  3. Διασφαλίζει την αγοραστική δύναμη του κατόχου του, δηλαδή τη συνολική αξία των προϊόντων, που μπορεί να αποκτήσει ο κάτοχος, με το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων, που διαθέτει.

Το χρήμα ως μέσο συναλλαγής

Πολλά αντικείμενα έχουν χρησιμοποιηθεί, ως χρήματα, στη διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου. Από τα φυσικά πολύτιμα μέταλλα, έως τα κοχύλια και από τσιγάρα έως τα εξ ολοκλήρου τεχνητά χρήματα, όπως τα χαρτονομίσματα. Τα χαρτονομίσματα είναι ο πιο κοινός τύπος χρήματος, σήμερα. Εντούτοις, τα αγαθά, όπως ο χρυσός ή το ασήμι, διατηρούν πολλές από τις ιδιότητες του χρήματος και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, σε κάποιες συναλλαγές.

Για να λειτουργήσει ένα αγαθό, ως χρήμα, σε μια σύγχρονη οικονομία, πρέπει να κατέχει διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
- Πρέπει να έχει μια σταθερή αξία.
- Πρέπει να είναι δύσκολο να πλαστογραφηθεί.
- Πρέπει να είναι εύκολα διαιρετό και μεταφερόμενο.
- Πρέπει να είναι ανταλλάξιμο.

Μπορούμε, άραγε, να φανταστούμε μια οικονομία, χωρίς κέρματα και χαρτονομίσματα; Οι συναλλαγές θα βασίζονταν, μόνο στην ανταλλαγή προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να συμπέσουν οι ανάγκες των αγοραστών με τα προϊόντα, που προσφέρουν οι πωλητές. Π.χ. Ένας κτηνοτρόφος, που χρειάζεται πατάτες και πουλάει τυρί, πρέπει να βρει έναν αγρότη, που πουλάει πατάτες και συγχρόνως θέλει να αγοράσει τυρί, για να γίνει η ανταλλαγή. Και φυσικά, πρέπει να οριστεί η τιμή της πατάτας και η τιμή του τυριού, μεταξύ τους. Φανταζόμαστε, λοιπόν, πόσες δυσκολίες θα αντιμετώπιζαν.

Το χρήμα, ως μέτρο, υπολογισμού των οικονομικών αξιών Οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, δεν εκφράζονται, ως συγκριτικές αξίες, με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες. Εκφράζονται, με έναν αριθμό, που εκφράζει το αντίτιμο, σε χρήμα. Αυτή η πρακτική προσδίδει μεγάλα πλεονεκτήματα, στον τρόπο αυτό υπολογισμού της αξίας, του αντιτίμου των αγαθών, σε σχέση, με το σύστημα ανταλλαγής αγαθών.

Το χρήμα ως αγοραστική δύναμη

Οι καταναλωτές χρησιμοποιούν ένα μέρος του εισοδήματός τους, για την αγορά καταναλωτικών προϊόντων και ένα μέρος του εισοδήματός τους, για επενδύσεις ή αποταμίευση. Όλα αυτά έχουν αντίτιμο, σε χρήμα και έτσι το εισόδημά μας αποκτά αγοραστική αξία, ανάλογα με το πόσα και ποια αγαθά, μπορούμε να αγοράσουμε με αυτό.

Αξία του χρήματος

Το σύνολο των χρημάτων, που κυκλοφορεί, σε μια χώρα, έχει επιπτώσεις, άμεσα, στον πληθωρισμό και στα επιτόκια. Η συνολική διαθέσιμη ποσότητα χρήματος, σε μία οικονομία, για κάθε χρήση, ονομάζεται "χρηματικό απόθεμα" και αποτελείται από το σύνολο των χαρτονομισμάτων και κερμάτων, τους λογαριασμούς της κεντρικής τράπεζας, τους λογαριασμούς όψεως, τρεχούμενους, ταμιευτηρίου και λογαριασμούς εξωτερικού

Προκειμένου να υπάρχει διαφάνεια και ασφάλεια, στις συναλλαγές (δηλαδή, για κάθε χαρτονόμισμα, να υπάρχει αντίκρισμα, δηλαδή εξασφάλιση ότι η απαίτηση μπορεί να εκπληρωθεί, άμεσα, τα χαρτονομίσματα τα εκδίδουν, αποκλειστικά, οι Κεντρικές Τράπεζες των χωρών. Απαγορεύεται, αυστηρά, η έκδοση χαρτονομισμάτων από άλλες τράπεζες ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή από άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Επιπλέον, απαγορεύεται, αυστηρά, η παραχάραξη χαρτονομίσματος, δηλαδή η παράνομη κατασκευή πλαστού χρήματος, το οποίο, φυσικά, δεν έχει αντίκρισμα, ούτε αγοραστική δύναμη.

Η αποδοχή του νομίσματος, που εκδίδεται, σε μία χώρα, είναι αναγκαστική, από όλους τους φορείς και συναλλασσόμενους, μέσα σε αυτή τη χώρα, ενώ απαγορεύεται η συνύπαρξη άλλων νομισμάτων, στις καθημερινές συναλλαγές. Η διατήρηση άλλων νομισμάτων, σε τραπεζικούς λογαριασμούς, δεν απαγορεύεται, εφόσον επιτρέπει συναλλαγές, με άλλες χώρες ή πρόκειται, για λογαριασμούς μεταναστών κ.λπ.

Η χρηματική αξία των νομισμάτων προκύπτει, από την αξία του μετάλλου, από το οποίο είναι κατασκευασμένα. Έτσι, μία χρυσή λίρα έχει, σαφώς, πολύ μεγαλύτερη αξία, από ένα χάλκινο νόμισμα. Η αξία κάθε μετάλλου προκύπτει καθαρά από την διαθεσιμότητά του. Έτσι, αν ο χρυσός βρισκόταν σε τεράστιες ποσότητες και παντού στον πλανήτη μας, θα είχε πιθανότατα πολύ μικρή αξία.

Η αξία ενός χαρτονομίσματος προκύπτει, από δικαιώματα και απαιτήσεις, έναντι τρίτων, που ενσωματώνει. Η αξία του χαρτιού, φυσικά, είναι σχεδόν μηδενική. Αρκετές χώρες επιλέγουν να περιορίζουν την κυκλοφορία των νομισμάτων, που είναι κατασκευασμένα, από σπάνια μέταλλα. Στην Ελλάδα, αυτό συνέβαινε με το παλαιό εικοσάρικο (επί εποχής δραχμής). Το παλαιό εικοσάρικο ήταν κατασκευασμένο, από ασήμι, με αποτέλεσμα, η άνοδος της αξίας του μετάλλου να είναι μεγάλη και σε συνδυασμό, με την απαξίωση της ονομαστικής αξίας του εικοσάρικου, δηλαδή τις είκοσι δραχμές, που οφειλόταν σε παράγοντες, όπως ο πληθωρισμός, να οδηγεί, σε δημιουργία συλλογών, από πολλούς Έλληνες. Έτσι, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε, στην έκδοση του καινούργιου εικοσάρικου και την απόσυρση του παλαιού.

Ιστορία του χρήματος

Στις συναλλαγές τους, στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι είχαν καθιερώσει το ανταλλακτικό σύστημα, βάσει του οποίου ο παραγωγός ενός προϊόντος αντάλλαζε τα επιπλέον προϊόντα, με προϊόντα άλλου παραγωγού και άλλης κατηγορίας. Αργότερα, με πρώτους του Έλληνες ή τους Λύδιους του Κροίσου, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εφευρέθηκε το «Νόμισμα», ως μορφή χρήματος, για τη διευκόλυνση των συναλλαγών.

Το μεσαίωνα εφευρέθηκε το «Χαρτονόμισμα» ή τραπεζογραμμάτιο, το οποίο αποτελεί χρεόγραφο, που ενσωματώνει απαίτηση του κομιστή (δηλαδή αυτού που το έχει στα χέρια του) έναντι του εκδότη του χαρτονομίσματος (δηλαδή του κράτους). Η ευκολία, στις συναλλαγές, που επέφερε η έκδοση τραπεζογραμματίων, από τις τράπεζες, καθιέρωσε τα τραπεζογραμμάτια, ως ευρεία και κοινώς αποδεκτή συναλλακτική πρακτική.

Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα κατασκευάστηκαν, αρχικά, από χαλκό, κατόπιν από σίδηρο, επειδή ο χαλκός και ο σίδηρος ήταν τα υλικά, που χρησιμοποιούνταν, για την κατασκευή όπλων. Ο Βασιλιάς Φείδων του Άργους, το 700 π.Χ. περίπου, άλλαξε τα νομίσματα, από σίδηρο, με νομίσματα, από ασήμι. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφιέρωσε μερικά, από τα νομίσματα σιδήρου, που έμειναν (που ήταν στην πραγματικότητα ράβδοι σιδήρου), στο ναό της Ήρας. Ο βασιλιάς Φείδων έπλασε τα ασημένια νομίσματα, στην Αίγινα, στο ναό της θεάς της σοφίας Αφαίας Αθηνάς και χάραξε τα νομίσματα, με μια Χελώνα, η οποία χρησιμοποιείται, μέχρι σήμερα, ως σύμβολο της κεφαλαιοκρατίας. Τα νομίσματα Χελώνες ήταν το πρώτο μέσο ανταλλαγής, που δεν υποστηρίχτηκε, από ένα πραγματικό προϊόν. Έγιναν αποδεκτά, ευρέως και χρησιμοποιήθηκαν, ως διεθνές μέσο ανταλλαγής, μέχρι τις ημέρες του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν η Αθηναϊκή δραχμή τα αντικατέστησε. Υπάρχουν πολλοί άλλοι μύθοι, για τη δημιουργία των νομισμάτων, στην Αρχαία Ελλάδα. Στην Ελλάδα, η δραχμή, αποτέλεσε, για αιώνες, νόμισμα του νομισματικού συστήματος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αφού αρκετές πόλεις - κράτη εξέδωσαν νομίσματα, με το όνομα αυτό, με πιο γνωστά το αργυρό δίδραχμο του Φείδωνα ή το Αθηναϊκό τετράδραχμο.

Η δραχμή (πληθυντικός δραχμές), ως νομισματική μονάδα του σύγχρονου Ελληνικού κράτους καθιερώθηκε, την περίοδο αντιβασιλείας του Όθωνα, με το Βασιλικό διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1833, αντικαθιστώντας το φοίνικα, νόμισμα, που προσπάθησε να καθιερώσει ο Ιωάννης Καποδίστριας, το 1828 . Η καθιέρωση της δραχμής, το 1833, αποτελεί αν όχι αναβίωση του ξεχασμένου μέχρι τότε νομίσματος, ακόμα μια προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας να συνδέσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Από το 2001, εθνικό νόμισμα της Ελλάδας είναι το ευρώ, το οποίο αντικατέστησε τη δραχμή. Η ισοτιμία μεταξύ Δραχμής και Ευρώ είναι: 1 ευρώ = 340,75 δραχμές.

Η λέξη νόμισμα προέρχεται από τη λέξη νομίζω (σκέφτομαι, υποθέτω). Έτσι σημαίνει κάτι, που σκεφτόμαστε ότι έχει αξία.

Ευρώ

Το ευρώ είναι το νόμισμα της Ελλάδας. Στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούμε να βρούμε τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα του ευρώ.

Συνάλλαγμα

Εκτός από τα 16 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Αυστρία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Ιταλία, Ελλάδα, Μάλτα, Κύπρος, Σλοβακία, Σλοβενία), που εντάσσονται στη ζώνη του ευρώ, όλες οι άλλες χώρες χρησιμοποιούν το δικό τους εθνικό νόμισμα. Έτσι, η Δανία χρησιμοποιεί κορώνες, η Αγγλία λίρες, οι Η.Π.Α. δολάρια, η Ιαπωνία γεν κ.λπ. Όταν οι συναλλαγές γίνονται εντός εθνικών συνόρων, γίνονται, στο νόμισμα της χώρας και δεν υπάρχει πρόβλημα. ‘Όταν, όμως ταξιδεύουμε, σε μια χώρα, όπου δεν ισχύει το ευρώ, πρέπει να έχουμε, στο πορτοφόλι μας, το νόμισμα αυτής της χώρας. Όταν θέλουμε να αγοράσουμε ένα προϊόν, που δεν παράγεται στη χώρα μας, εμείς μεν θα το πληρώσουμε, σε ευρώ, εφόσον το αγοράζουμε, στη δική μας χώρα, αλλά για να εισαχθεί αυτό το προϊόν, στη δική μας χώρα, ο παραγωγός πρέπει να πληρωθεί, στο νόμισμα της χώρας του, όπου παράγει το προϊόν αυτό. Ο εισαγωγέας, στη δική μας χώρα, πληρώνει, σε ευρώ και ο εξαγωγέας ή παραγωγός, π.χ. στη Δανία, πληρώνεται σε κορώνες. Πως γίνεται αυτό;

Για να διευκολυνθούν οι διασυνοριακές συναλλαγές, σε διαφορετικά νομίσματα, πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός, που να παρέχει πρόσβαση, σε ξένα νομίσματα. Το ρόλο αυτό έχουν αναλάβει τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα των διάφορων κρατών. Παρέχουν, δηλαδή, συνάλλαγμα. Όταν θέλουμε να ταξιδέψουμε, στην Αμερική, δίνουμε σε μια τράπεζα ευρώ και παίρνουμε δολάρια. Όταν ένας έμπορος θέλει να φέρει τηλεοράσεις, από την Ιαπωνία, καταθέτει, στην τράπεζα, με την οποία συνεργάζεται, ευρώ και η τράπεζα μετατρέπει τα ευρώ σε γιεν και πληρώνει τον Ιάπωνα κατασκευαστή ή εξαγωγέα, σε γιεν. Για να διευκολυνθεί η μετατροπή, από ένα νόμισμα, σε ένα άλλο, χρησιμοποιείται η νομισματική ισοτιμία. Έτσι, ένα ευρώ, ισούται με περίπου 1,2 δολάρια κ.λπ. Οι ισοτιμίες των νομισμάτων αλλάζουν, καθημερινά, μέσα από ένα πολύπλοκο μηχανισμό, που χρησιμοποιείται, από τις τράπεζες.

Word - 146 kb